Το κάψιμο του Ιούδα ένα έθιμο απο την εποχή της Τουρκοκρατίας - Κρήτη πόλεις και χωριά

Κρήτη πόλεις και χωριά

Η ΚΡΗΤΗ ΣΤΟ INTEΡNET - www.kritipoliskaixoria.gr

.........
Επικοινωνήστε μαζί μας - kritipolis@hotmail.com
ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Σάββατο 27 Απριλίου 2019

Το κάψιμο του Ιούδα ένα έθιμο απο την εποχή της Τουρκοκρατίας

Αποτελώντας ένα από τα λίγα έθιμα που διατηρούνται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το κάψιμο του “προδότη” θεωρείται ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για το Πάσχα στην Κρήτη. Στα περισσότερα μέρη του νησιού, ο Φαρμακός, δηλαδή ο Ιούδας παραδίδεται στην πυρά, καίγεται με μεγάλες “φουνάρες” και με τα απαραίτητα “μπαλοταρίσματα”.
 
 

Το κάψιμο του Ιούδα» συναντάται  με πολλές παραλλαγές σε όλη την Ελλάδα, πιο πολύ δε στα χωριά της Θράκης, όπου το ομοίωμα του Ιούδα ταυτίζεται με το όνομα Οβριός. Ο λαός καίει το ομοίωμα του Ιούδα, του προδότη του Ιησού, και με το κάψιμο ρίχνει στη φωτιά τις δύο άνομες ιδιότητες του, τη φιλαργυρία και τη δειλία.
Έχουν γραφεί πολλά πάνω σε αυτό το θέμα και μάλιστα κάποιοι λαογράφοι αλλά και διανοούμενοι της εποχής μας έχουν προσπαθήσει να καταργήσουν το έθιμο αυτό, λόγω που, πιστεύουν πως προσβάλει τον εβραϊκό λαό.
Η Ιερά Σύνοδος με αλλεπάλληλες εγκυκλίους της τα έτη 1891, 1910 και 1918, προέτρεπε ιερείς και λαό να εγκαταλείψουν το κάψιμο του Ιούδα.  Συγκεκριμένα, στην εγκύκλιο 13 /4/1918 έλεγε  «Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί καθήκον Αυτής, όπως φέρει εις γνώσιν πάντων των Χριστιανών, ότι η τήρησις τοιούτων εθίμων αντιβαίνει προς την βάσιν και το θεμέλιον της πίστεως ημών, ήτις είναι η αρετή της αγάπης προς εν γένει πάντα άνθρωπον…».




Η κατά των Εβραίων κατηγορία της θεοκτονίας, δεν μπορεί να εξεταστεί και να αξιολογηθεί  σε πλαίσια  και με ορθολογικά  κριτήρια,  λόγω που αυτό το έθιμο εγγράφεται στο θρησκευτικό βίωμα. Αποτελεί δε θέμα που έχει περάσει στη λογοτεχνία και στην παράδοση με πλήθος παραλλαγών και έτσι δεν μπορεί να σβήσει από τη μνήμη και την τέλεση των βιωμάτων ενός λαού, του ελληνικού,  που παραμένει θελημένα πιστός στις ρίζες του θρησκευτικού του συναισθήματος.
Με μια προσεκτικότερη όμως  μελέτη του εθίμου αυτού, δεν φαίνεται να αφορά τον εβραϊκό λαό και οι κάθε χαρακτηρισμοί και κρίσεις που κατά καιρούς έχουν γίνει από κάποιους  εις βάρος των Εβραίων, πρέπει να θεωρηθούν άστοχοι και αστήρικτοι.
Το κάψιμο του Ιούδα, είναι ένα έθιμο που πηγάζει από το ιστορικό πλαίσιο της ζωής και της δράσης του Ιησού και των μαθητών του. Στο πρόσωπο του καταδότη Ιούδα, ο λαός καίει  τις κακιές του πράξεις και ενέργειες που διέπραξε αυτός ο μαθητής του Χριστού. Δηλαδή, το έθιμο αφορά, όπως και το δηλώνει η ίδια η ονομασία του, τον Ιούδα μαθητή του Ιησού και μόνο. Καμία σχέση δεν έχει με την ιδιοσυγκρασία και το ποιόν ενός λαού, των Εβραίων, που κάποιοι θέλουν να συνδέσουν για να εξυπηρετήσουν δικές τους σκοπιμότητες.



Με το κάψιμο του ομοιώματος του Ιούδα  ολοκληρώνεται η κάθαρση που περιμένουμε όλοι μας με το πέρας της Μεγάλης και Αγίας Εβδομάδας.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες το έθιμο στο νησί μας διατηρείται  στα χωριά: Λουρδάτα της Λειβαθούς και στα Μονοπολάτα της Παλικής.
Στην περιοχή των Λουρδάτων  τα παιδιά φτιάχνουν το αχυρένιο ανδρείκελο σε ένα πλάτωμα του χωριού, που το ονομάζουν  «Ιούδας» και αφού το φτιάξουν τον μεταφέρουν και τον κρεμούν, στον Πλάτανο, και το καίνε.
Βέβαια, παλιά χρόνια η μεταφορά γινόταν με ένα γαϊδούρι, στα σημερινά  γίνεται με αγροτικό όχημα.



Παλαιότερα, όταν γινόταν η μεταφορά  κατά την οποία γινόταν και διαπόμπευση του «Ιούδα» πάνω στο γαϊδούρι, τόν τοποθετούσαν ανάποδα, δηλαδή να κοιτά τον πισινό του ζώου και τον μούντζωναν. Το έθιμο του Ιούδα στα Λουρδάτα είναι «αγγλικής προέλευσης», μάλιστα γίνεται τη Νέα  (Ναι) Δευτέρα.
Στα Μονοπολάτα το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής κατά τις 12 μ. μ. να ξημερώνει Μ. Σάββατο έκαιγε στην πλατεία της εκκλησίας μεγάλη φωτιά. Το έθιμο της φωτιάς διατηρείται μέχρι σήμερα. Η φωτιά εκτός απ’ ότι ζέσταινε τα παιδιά και τους μεγάλους που ξενυχτούσαν, συμβολίζει εκείνη που είχαν ανάψει οι Ιουδαίοι στην αυλή του Καϊάφα για να ζεσταθούν και στην οποία παρευρίσκετο και ο μαθητής του Χριστού Πέτρος ,“… ανθρακιάν πεποιηκότες ότι ψύχος ην και εθερμαίνοντο…“(Ιωάννης 1η στ. 18).
Εντυπωσιακό ήταν το μάζεμα των ξύλων. Τα παιδιά μάζευαν ξύλα και τροφοδοτούσαν τη φωτιά. Ο καθένας έδινε ότι μπορούσε από κληματόβεργες έως χοντρά ξύλα. Πάνω στην κορυφή του σωρού των  ξύλων, έβαζαν και ακόμη  βάζουν το ομοίωμα του Ιούδα και το καίνε. Το έθιμο της φωτιάς είναι παλαιότατο, ενώ του Ιούδα ως πρόσθετο στη φωτιά είναι νεότερο, γύρω στα  40-45 χρόνια περίπου.
Επίσης, «το κάψιμο του Ιούδα» έχει ξεκινήσει να πραγματοποιείται και σε άλλα μέρη του νησιού, όπως στον Κατελειό, Σκάλα, Πόρο, Έρυσσο, περιοχή Πρόννων.
- Το κείμενο αρχικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κεφαλονίτης» του Ανδρέα Πέτρου Δεμπόνου



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ - ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΝΝΑΡΑΚΗΣ



Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΤΑΤΙΑΣ

Άποψη των Αθηνών, λίγα χρόνια πριν από την Επανάσταση (Dodwell).
του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά.

Το χριστιανικό Πάσχα είναι η γιορτή της χαράς, της Ανάστασης. Η Σαρακοστή, της νηστείας και της περίσκεψης, δίνει τη θέση της στη Λαμπρή και το παραδοσιακό φαγοπότι. Ωστόσο, χρόνο με τον χρόνο, η πρόοδος και ο πολιτισμός απομακρύνουν τις γενιές όλο και περισσότερο από ήθη, έθιμα και γεγονότα που άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους στο διάβα του Ελληνισμού, που παραμένει ιστορική έννοια στο πέρασμα των αιώνων. Το Πάσχα των Ελλήνων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας έχει απασχολήσει τους Έλληνες και ξένους ερευνητές και ο Γιάννης Βλαχογιάννης συγκέντρωνε και δημοσίευε αυτό το υλικό.


Τον 17ο αιώνα οι Ευρωπαίοι περιηγητές καταγράφουν πως το Πάσχα οι χριστιανοί φιλιούνται τρεις φορές, μία στο κάθε μάγουλο και μία στο στόμα. Το Μεγάλο Σάββατο έτρωγαν μόνον μία φορά, ίσια να κρατηθούν στα πόδια τους, και στις τρεις το απόγευμα άρχιζε ο Εσπερινός που κρατούσε όλη τη νύχτα. Πολλοί είχαν μαζί τους ψωμί, μπανάνες, σύκα κ.ά. για να μην λιποθυμήσουν από την πείνα. Το ξημέρωμα άρχιζε η Λειτουργία με το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ» και αμέσως ακολουθούσε το «Χριστός Ανέστη». Οι μαλωμένοι έσπευδαν να φιλιώσουν και να ανταλλάξουν την «αγάπη», αλλιώς θεωρούνταν ειδωλολάτρες.

Το μαρτύριο του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’.

Στη Βασιλεύουσα
Η γιορτή του Πάσχα συνέχισε να πανηγυρίζεται με μεγαλοπρέπεια στην Κωνσταντινούπολη. Τρία μερόνυχτα έμενε ανοιχτή η πόρτα του Φαναρίου (Φενέρ Καπουσί) για τους χριστιανούς που ήθελαν να εκκλησιαστούν στο Πατριαρχείο. Οι Τούρκοι νυχτοφύλακες άφηναν ανοιχτή και την πόρτα του τείχους για να περνούν οι χριστιανοί που έρχονταν από την εξοχή με τα φανάρια τους.
Οι πασχαλιάτικοι εορτασμοί ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί για τους χριστιανούς. Σε διάφορες εποχές και ανάλογα με τις διαθέσεις Τούρκων αξιωματούχων καταλάβαιναν στην καθημερινότητά τους τη σκλαβιά. Ο σοφός Μ. Γεδεών διέσωσε την πληροφορία ότι το 1704 ένας μισοπαράφρων βεζύρης υποχρέωνε τους χριστιανούς να μαυροφορεθούν και να έχουν ένα κουδούνι δεμένο στον πήχυ του χεριού τους!
Ο Καισάριος Δαπόντες (1712) μας έδωσε σπουδαία περιγραφή για το Πάσχα στη Βασιλεύουσα. Το Μεγάλο Σάββατο ο Πατριάρχης έστελνε τον πρωτοσύγκελλο με δύο χιλιάδες αβγά για να ζητήσει άδεια για τους επερχόμενους πανηγυρισμούς. Αφού αποσπούσε τη συναίνεση του ανώτατου άρχοντα, την Κυριακή το πρωί τελούνταν η Πασχαλιάτικη Πατριαρχική Θεία Λειτουργία. Στη συνέχεια, ο Πατριάρχης και οι αρχιερείς ανέβαιναν στο Συνοδικό για να πιουν τον καφέ τους. Από εκεί περνούσαν οι Χριστιανοί που είχαν παρακολουθήσει τη Λειτουργία για να φιλήσουν το χέρι του Οικουμενικού Ηγέτη και να πάρουν το κόκκινο αβγό τους. Κατεβαίνοντας στην αυλή άρχιζαν τον χορό τους από την αυλή του Πατριαρχείου και χορεύοντας έβγαιναν στα σοκάκια της Πόλης. Το ίδιο συνέβαινε και με τις συντεχνίες. Τρεις ολόκληρες ημέρες γιόρταζαν οι χριστιανοί και τους παρακολουθούσαν οι Τούρκοι και οι υπόλοιπες φυλές που παρεπιδημούσαν στην Πόλη. Καμιά φορά έλεγαν πως ερχόταν τοπτίλι, δηλαδή ινκόγκνιτο, και ο βεζίρης. Με αφορμή τη χριστιανική γιορτή γιόρταζαν όλα τα έθνη. Αυτά όμως συνέβαιναν μέχρι τον 18ο αιώνα, όταν αφαιρέθηκαν τα προνόμια λόγω της διαγωγής των Ελλήνων στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1780).


Πανηγυρισμοί των Ελλήνων τις ημέρες του Πάσχα.

«Η Σμύρνη των Γραικών» και το Πάσχα στα Ιεροσόλυμα
Έτσι την αποκαλούσαν οι περιηγητές στα μέσα του 18ου αιώνα, όταν ο Χριστιανοί πλήρωναν πεντακόσια γρόσια στον Μουσελίμη για να αγοράσουν το δικαίωμα του πανηγυρισμού. Έτσι ήταν ελεύθεροι να γιορτάσουν το Πάσχα τους στα σπίτια και τους δρόμους. Τη νύχτα του Σαββάτου προς την Κυριακή πλήθη χριστιανών γέμιζαν τις δύο εκκλησίες. Οι περισσότεροι έβαζαν στο στόμα τους ό,τι είχαν μαζί τους, αφού δεν άντεχαν πλέον τη νηστεία που είχαν τηρήσει με ευλάβεια σαράντα ημέρες. Επί τρεις ημέρες δεν ακουγόταν τίποτε άλλο στους δρόμους στις αυλές και τα σπίτια από τις φωνές και τα χωρατά των Ελλήνων. Ελληνικοί χοροί στον Φραγκομαχαλά, ασκαύλια, τούμπανα και ντέφια.

Ο Σουηδός Frederic Hasselquist μας πληροφορεί για τους χιλιάδες Έλληνες που κατέκλυζαν τα Ιεροσόλυμα στα χρόνια της σκλαβιάς. Η ημέρα του Πάσχα του 1750 βρίσκει τους δρόμους της Ιερουσαλήμ πλημμυρισμένους από Έλληνες «που έκαναν χίλιες τρέλες και συναγωνίζονταν ποιος θα ξεπεράσει τον άλλο στο φαϊ και το πιοτό. Πέρασαν τον φράγκικο δρόμο χορεύοντας με συνοδεία μουσικών οργάνων. Μοναδικές στιγμές κατέγραψε ο περιηγητής με τον Έλληνα που ισορροπούσε ένα μπουκάλι γεμάτο νερό και τριαντάφυλλα στο κεφάλι του και τις χαρούμενες κραυγές με το «Χριστός Ανέστη».

Άποψη της Κωνσταντινούπολης, αρχές 19ου αιώνα.

Η τελευταία χρονιά
Πάντως, το Πάσχα που θα έμεινε αλησμόνητο στους σκλαβωμένους θα ήταν εκείνο της 10ης Απριλίου 1821. Μετά τη Λειτουργία του Πάσχα συλλαμβάνεται, κηρύσσεται έκπτωτος και απαγχονίζεται στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου ο Εθνομάρτυρας Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’. Παραμένει κρεμασμένος για τρεις ημέρες μέχρι ο όχλος να ρίξει το πτώμα του στον Κεράτιο Κόλπο και από εκεί περιπετειωδώς να φτάσει στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών.
Την ημέρα της δολοφονίας του Πατριάρχη η Αθήνα δεν είχε ακόμη ξεσηκωθεί. Οι σκλαβωμένοι απέφυγαν τις δεκάδες εκκλησίες της πόλης και προτίμησαν τα Μοναστήρια της Αττικής και τα ξωκλήσια για να βρίσκονται μακριά από τους Τούρκους. Τα μηνύματα έρχονταν από παντού. Οι Τούρκοι ξεσηκωμένοι προετοίμαζαν σφαγές. Οι Έλληνες καιροφυλακτούσαν και εκείνη η Ανάσταση, για όσους έμειναν μέσα στην πόλη, γιορτάστηκε με τους αγριεμένους σερασκιέρηδες να σεργιανούν έξω από τις εκκλησίες. Οι ιερείς έψελναν γρηγορότερα το «Χριστός Ανέστη» και οι σκλαβωμένοι κοιτούσαν συνέχεια προς την πόρτα. Την επόμενη Πασχαλιά όλα ήταν διαφορετικά και η Ελλάδα ζούσε τον πυρετό του αγώνα για την ελευθερία.

tourkokratia6

Πανηγυρισμοί των Ελλήνων τις ημέρες του Πάσχα.

Post Top Ad

.............