ΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΗΣ ΚΝΩΣΟΥ - Κρήτη πόλεις και χωριά

Κρήτη πόλεις και χωριά

Η ΚΡΗΤΗ ΣΤΟ INTEΡNET - www.kritipoliskaixoria.gr

.........
Επικοινωνήστε μαζί μας - kritipolis@hotmail.com
ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΗΣ ΚΝΩΣΟΥ

Η ανακάλυψη από τον Μ. Καλοκαιρινό το 1878 της δυτικής πτέρυγας του ανακτόρου της Κνωσού υποκίνησε το ενδιαφέρον πολλών έως το 1898 
οπότε ανακηρύχθηκε η Κρητική Πολιτεία και συντάχθηκε αρχαιολογικός νόμος. 
ημιουργήθηκαν έτσι οι κατάλληλες συνθήκες για συστηματική έρευνα 
από τον A. Evans. Σημαντικότεροι συνεργάτες του υπήρξαν ο αρχαιολόγος 
D. Mackenzie, γνωστός από τις ανασκαφές της Μήλου, ο οποίος ανέλαβε κα ιτην τήρηση του ημερολογίου της ανασκαφής, καθώς και ο αρχιτέκτονας της Αγγλικής Σχολής Th. Fyfe.

Συνεργάστηκαν επίσης οι αρχιτάκτονες 
Chr. Doll, F.G. Newton, Piet de Jong, οι ζωγράφοι Gillieron, πατέρας και υιός 
και οι αρχαιολόγοι D.J. Hogarth, A. Wace, E.J. Forsdyke και J. Pendlebury.
Εδρα του Evans και του επιτελείου του αρχικά ήταν η οικία ενός 
Τούρκου μπέη κοντά στο ανάκτορο, ενώ το 1906 χτίσθηκε η βίλα "Αριάδνη" 
σε σχέδια του Chr. Doll.
Μετά τον Β' παγκόσμιο Πόλεμο η ανασκαφική έρευνα συνεχίστηκε 
από τη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή, ενώ συμπληρωματική έρευνα 
και κυρίως εργασίες συντήρησης ευρείας κλίμακας έγιναν από τους 
διευθυντές του Μουσείου Ηρακλείου Ν. Πλάτωνα και Σ. Αλεξίου.
Ανασκαφικές εργασίες στην Κνωσό έγιναν για πρώτη φορά το 1878 
από τον φιλάρχαιο Ηρακλείτη έμπορο Μίνωα Καλοκαιρινό, 
που ανακάλυψε τμήμα της δυτικής πτέρυγας του ανακτόρου.

Η συστηματική ανασκαφική έρευνα άρχισε το Μάρτιο του 1900 
από τον A. Evans, διευθυντή τότε του Μουσείου Ashmolean της Οξφόρδης. 
Δύο χρόνια μετά η ανασκαφή του ανακτόρου είχε ολοκληρωθεί.
Στα χρόνια που ακολούθησαν έγιναν συμπληρωματικές έρευνες που ολοκληρώθηκαν το 093-31. 
Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή συνέχισε την ανασκαφική έρευνα με σημαντικά αποτελέσματα, τόσο στο ανάκτορο όσο και στη μινωική πόλη που το περιβάλλει.
Η ανάγκη συντήρησης του ανακτόρου φάνηκε από τα πρώτα χρόνια της ανασκαφής. Τα ευπαθή υλικά κατασκευής του αποδείχθηκαν εξαιρετικά ευαίσθητα στις καιρικές συνθήκες.
Κατά την πρώτη φάση της αναστηλωτικής προσπάθειας, το 1905, 
ο Evans και οι συνεργάτες του περιορίστηκαν στην προστασία 
των ερειπίων. Μετά το 1925 όμως ο A. Evans επιχείρησε μια ριζική αποκατάσταση του μνημείου χρησιμοποιώντας σε μεγάλη κλίμακα το οπλισμένο σκυρόδεμα. Αποκαταστάθηκαν όροφοι και αρχιτεκτονικά σύνολα. 
Οι ξυλοδεσιές και οι μινωικοί ξύλινοι κίονες κατασκευάστηκαν από σκυρόδεμα και αποδόθηκαν χρωματικά. Οι τοιχογραφίες συμπληρώθηκαν και αντίγραφά τους τοποθετήθηκαν σε διάφορα σημεία.

Οι επεμβάσεις του Evans προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις. 
Παρατηρήθηκε ότι μερικές φορές δεν είναι σαφή τα αρχαιολογικά 
στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η αποκατάσταση. 
Σε άλλες περιπτώσεις δεν ξεχωρίζουν τα αρχαία κατάλοιπα από τις επεμβάσεις. οι αποκαταστάσεις δεν είναι αντιστρέψιμες.
Πολλοί πάντως πιστεύουν ότι οι επεμβάσεις αυτές ήταν αναγκαίες για την προστασία του μνημείου. Επιπλέον εξάπτουν το ενδιαφέρον των 
επισκεπτών και τους βοηθούν να κατανοήσουν καλύτερα 
την αρχιτεκτονική του ανακτόρου. 
Αλλοι όμως θεωρούν ότι οι αποκαταστάσεις σε μεγάλο βαθμό προβάλλουν στους επισκέπτες τις ιδέες του Evans και τις κυρίαρχες αισθητικές και ιδεολογικές τάεις της εποχής του. Σήμερα πάντως 
η αποκατάσταση του ανακτόρου από τον Evans αποτελεί 
αναπόσπαστο μέρος του μνημείου και της ιστορίας του.


Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έγιναν εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης του ανακτόρου από τους διευθυντές του Μουσείου Ηρακλείου Ν. Πλάτωνα και Σ. Αλεξίου. Οι εργασίες περιορίστηκαν όμως στη συντήρηση της αρχαίας τοιχοδομίας, στη συμπλήρωση δαπέδων και στην προστασία ορισμένων χώρων με στέγαστρα. Τη δεκαετία του '90 έγιναν εργασίες συντήρησης του σκυροδέματος του Evans.
Από το 1996 και εξής άρχισε το έργο "Συντήρηση-στερέωση-ανάδειξη του ανακτόρου και του αρχαιολογικού χώρου Κνωσού".

Το ανάκτορο της Κνωσού είναι το μεγαλύτερο από τα ανάκτορα της Κρήτης. Γύρω του υπήρχε εκτεταμένη πόλη. Το ανάκτορο ήταν κτισμένο στο χαμηλό λόφο της Κεφάλας στη συμβολή δύο ρευμάτων. Η επιλογή της θέσης και η ανάπτυξη που γνώρισε οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην εύφορη γη της περιοχής και στη μικρή απόσταση από τη θάλασσα.

Ο χώρος πρωτοκατοικήθηκε στη Νεολιθική εποχή (6700-3200 π.Χ.). Ηδη από τότε υπήρχε εκτεταμένος οικισμός.
Το πρώτο ανάκτορο οικοδομήθηκε γύρω στο 1900 π.Χ. (Παλαιοανακτορική περίοδος). Από τα λίγα τμήματα που σώζονται φαίνεται ότι τότε διαμορφώθηκε το βασικό του σχέδιο. Καταστράφηκε γύρω στο 1700 π.Χ και στη θέση του οικοδομήθηκε το νέο ανάκτορο (Νεοανακτορική περίοδος). Με εξαίρεση κάποιες μεταγενέστερες προσθήκες, τα ερείπιά του αποκάλυψε και αποκατέστησε ο A. Evans.
Το ανάκτορο αποτελείται από διαφορετικά κτίρια που αναπτύχθηκαν γύρω από την κεντρική αυλή. Είσοδοι υπήρχαν σε όλες τις κατευθύνσεις, με επισημότερες τη νοτιοδυτική και τη βόρεια. Η δυτική πτέρυγα περιλάμβανε ιερά, επίσημες αίθουσες και εκτεταμάνους αποθηκευτικούς χώρους, ενώ η ανατολική πτέρυγα τα "Βασιλικά Διαμερίσματα" και εργαστήρια. Αποθήκες και άλλοι χώροι υπήρχαν στα βόρεια και νότια.

Το ανάκτορο παρουσίαζε μεγάλη ποικιλία αρχιτεκτονικών στοιχείων: ορόφους με επίπεδες στέγες που στέκονταν σε διαφορετικά ύψη, προσόψεις που εισείχαν και εξείχαν, διακοσμήσεις με λίθινα διπλά κέρατα και εναλλασόμενα χρώματα κ.ά. Χρησιμιποιήθηκε μεγάλη ποικιλία υλικών: πλάκες πράσινου σχιστόλιθου στα δάπεδα, ξύλινοι κίονες, πλάκες από γυψόλιθο σε τοίχους, δάπεδα και αλλού. Τη διακόσμηση των δωματίων συμπλήρωναν πολύχρωμα κονιάματα και τοιχογραφίες.

Το ανάκτορο φαίνεται ότι ήταν το κέντρο της πολιτικής, οικονομικής και θρησκευτικής εξουσίας. Ο ρόλος του και οι λειτουργίες των χώρων του είναι θέματα ερμηνείας. Ο κύριος ανασκαφέας του, ο A. Evans, προσπάθησε να ερμηνεύσει τη λειτουργία των χώρων του ανακτόρου και έδωσε ονομασίες που κατά τη γνώμη του περιέγραφαν τη χρήση τους. Στηρίχτηκε στα ευρήματα, στη μυθολογική παράδοση, σε αναλογίες με αρχαίους πολιτισμούς και με την αποχή του. Σήμερα διατηρούνται οι ονομασίες αυτές (π.χ. "Αίθουσα της Βασίλισσας", "Piano Nobile", "Αίθουσα του Θρόνου"), παρόλο που στην πορεία της έρευνας έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις για τη λειτουργία κάποιων χώρων.

Το ανάκτορο της Κνωσού συνέχισε να λειτουργεί μετά το 1450 π.Χ., όταν καταστράφηκαν τα υπόλοιπα ανάκτορα της Κρήτης. Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι τότε εγκαταστάθηκαν στο ανάκτορο νέοι κάτοικοι από τη Μυκηναϊκή Ελλάδα, λόγω της ανεύρεσης σημαντικότατου αρχείου της Γραμμικής Β' γραφής. Δεν είναι βέβαιο πότε σταμάτησε η λειτουργία του ανακτόρου. Μετά το 1380 π.Χ. πάντως μεγάλο μέρος της παλαιότερης αίγλης του είχε χαθεί.
Δυτικό Πρόπυλο, Πομπικός διάδρομος
Ηταν στεγασμένος χώρος ανοικτός προς την αυλή, με ένα κίονα από τον οποίο σώζεται το μέρος της βάσης από γυψόλιθο. Ο ανατολικός τοίχος ήταν διακοσμημένος με μία τοιχογραφία ταυροκαθαψίων. Στο βάθος υπήρχε ένα μικρό "φυλάκιο εισόδου".
Από το "Πρόπυλο", που έκλεινε με δίφυλλη πόρτα, άρχιζε ο μακρύς "Διάδρομος της Πομπής". Ο διάδρομος ονομάστηκε έτσι από την τοιχογραφία που διακοσμούσε τον ανατολικό τοίχο του και παρουσίαζε πομπή ανθρώπων που κρατούν δώρα και μουσικών. Το δάπεδο ήταν πολυτελές. Ο "Πομπικός Διάδρομος" σύμφωνα με τον Evans κατέληγε αρχικά στα "Νότια Προπύλαια" και στη συνέχεια στην κεντρική αυλή του ανακτόρου.


Δυτική αυλή, Δυτική πρόσοψη
Η αυλή διασχίζεται από τους λεγόμενους "Πομπικούς Δρόμους", που εξέχουν από το υπόλοιπο πλακόστρωτο και διασταυρώνονται μεταξύ τους. Κατά μία άποψη από αυτούς παρήλαυναν πομπές κατά τη διάρκεια των τελετών.
Κατά μήκος της αυλής υψώνεται η δυτική πρόσοψη του ανακτόρου. Η πρόσοψη είναι κατασκευασμένη με ογκόλιθους από γυψόλιθο ("ορθοστάτες") και στο κάτω μέρος υπάρχει ένα πεζούλι. Η πρόσοψη σχηματίζει εσοχές και εξοχές που αντιστοιχούν σε ανάλογη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου.
Εμπρός στη δυτική πρόσοψη διακρίνονται δύο βάσεις που θεωρήθηκε ότι ανήκουν σε κτιστούς βωμούς. Κάτω από τη δυτική αυλή έχουν βρεθεί τα λείψανα της κατοίκησης της Νεολιθικής (6700-3200 π.Χ.) και της Προανακτορικής εποχής (3200-1900 π.Χ.).


Κουλούρες
Στη δυτική αυλή κατασκευάστηκαν την Παλαιοανακτορική περίοδο (1900-1700 π.Χ.), τρεις μεγάλοι κυκλικοί λάκκοι με κτιστά τοιχώματα, γνωστοί ως "Κουλούρες". Το όνομα έδωσαν οι εργάτες της ανασκαφής και το διατήρησε ο A. Evans.
Η χρήση των κυκλικών λάκκων είναι ασαφής. Εχουν ερμηνευθεί ως χώροι απορριμάτων είτε για όλα τα απορρίματα του ανακτόρου είτε μόνο για τα κατάλοιπα ιερών προσφορών. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι χρησιμοποιούνταν ως χώροι αποθήκευσης σιτηρών.
Σε δύο από αυτές μπορεί κανείς να δει τα λείψανα οικιών της Προανακτορικής περιόδου (3200-1900 π.Χ.). Κατά τους Νεοανακτορικούς χρόνους (1700-1450 π.Χ.) οι "Κουλούρες" καλύφθηκαν και έπαψα να χρησιμοποιούνται..


Νότια Οικία
Το νότιο τμήμα του ανακτόρου είναι πολύ κατεστραμμένο και η αποκατάστασή του είναι πολύ αβέβαιη. Ο Evans θεωρούσε πάντως ότι εδώ, στο νοτιοδυτοικό άκρο του, υπήρχε μία είσοδος στην οποία οδηγούσε μία μεγαλοπρεπής άνοδος με σκαλοπάτια και κιονοστοιχία δεξιά και αριστερά.
Κατεβαίνοντας αριστερά διακρίνεται η "Νότια Οικία". Εχει αποκατασταθεί και διακρίνονται οι τρεις όροφοί της. Στο σπίτι επαναλαμβάνονται αρκετά από τα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία που υπάρχουν στο ανάκτορο (δεξαμενή καθαρμών", δωμάτιο με πεσσούς, συχνή χρήση γυψόλιθου κ.ά. Γι' αυτό θεωρείται ότι θα πρέπει να ήταν κάποιο ξεχωριστό σπίτι της Νεοανακτορικής περιόδου (1700-1450 π.Χ.).


Νότια Προπύλαια
Τα "Νότια Προπύλαια" όπως τα βλέπουμε σήμερα είναι αποτέλεσμα της αποκατάστασης του A. Evans, ο οποίος τοποθέτησε εδώ τη γνωστή τοιχογραφία του "ρυτοφόρου". Η τοιχογραφία αποικονίζει έναν άνδρα που κρατάει ένα αγγείο για σπονδές (ρυτό). Θεματικά συνδέεται με την "τοιχογραφία της πομπής" που κατά τον Evans κατέληγε εδώ, στα "Νότια Προπύλαια".
Τα πιθάρια που βρίσκονται στην ανατολική πλευρά των Προπυλαίων ανήκουν στους Μετανακτορικούς χρόνους (1450-1100 π.Χ.) και δηλώνουν ότι ο χώρος αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη.


Νότια είσοδος, διάδρομος με την τοιχογραφία του "Πρίγκηπα με τα κρίνα"

Το νότιο τμήμα και η νότια πρόσοψη του ανακτόρου είναι πολύ κατεστραμμένα. Σήμερα βλέπει κανείς μόνο θεμέλια και κλιμακωτά επίπεδα. Χαμηλά, μία πυργοειδής προεξοχή είναι ότι έχει απομείνει από τη νότια είσοδο του ανακτόρου. Ενας ανηφορικός διάδρομος οδηγούσε προς την κεντρική αυλή.
Το τμήμα του διαδρόμου αυτού κοντά στην κεντρική αυλή είναι ανακατασκευα-σμένο. Ο A. Evans τοποθέτησε εδώ το αντίγραφο μιας ανάγλυφης τοιχογραφίας από την οποία βρέθηκαν μόνο λίγα κομμάτια. Διακρίνονταν μία μορφή που έφερε κοσμήματα, που είχαν το σχήμα κρίνων. Η αποκατάσταση που υπάρχει είναι αβέβαιη. Κατά την γνώμη του Evans παρίστανε τον "ιερέα-βασιλιά".
Αλλοι μελετητές θεωρούν ότι πρόκειται για έναν πρίγκηπα, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι παριστάνεται μια γυναικεία μορφή.

Κεντρική αυλή
Η κεντρική αυλή (διαστάσεων 50Χ25 μ. περίπου) είναι κοινό αρχιτεκτονικό στοιχείο όλων των μινωικών ανακτόρων. Με την αυλή επικοινωνούσαν οι διάφορες πτέρυγες.
Επίσης υπήρχαν προσβάσεις κατευθείαν από το εξωτερικό του ανακτόρου. τμήμα του πλακόστρωτου, που αρχικά κάλυπτε όλη την αυλή, σώζεται σήμερα στη βορειοδυτική και νοτιοδυτική γωνία, ενώ κοντά στην "Αίθουσα του Θρόνου" διακρίνονται τμήματα της αποχέτευσης, που εξασφάλιζε την απομάκρυνση των νερών της βροχής.
Θεωρείται ότι στο χώρο θα πρέπει να γίνονταν συγκεντρώσεις και τελετές με κοινωνικό και θρησκευτικό περιεχόμενο.


Δυτικές αποθήκες
Κοιτώντας προς τα κάτω φαίνεται η αρχή του διαδρόμου, με τον οποίο επικοινούν δεκαοκτώ μακρόστενες αποθήκες, εμβαδού 1300 τ.μ.
Στο δάπεδο των αποθηκών και του διαδρόμου υπάρχουν ενενήντα τρεις ορθογώνιες θήκες, οι λεγόμενες "κασέλες". Με βάση τα ευρήματα φαίνεται ότι χρησίμευαν για τη φύλαξη πολύτιμων σκευών και αγγείων. Στο διάδρομο υπήρχαν επίσης μεγαλύτερες θήκες, με επίχρησμα εσωτερικά, ίσως για την αποθήκευση υγρών.
Τα πιθάρια των "Δυτικών Αποθηκών" μαρτυρούν τον πλούτο του ανακτόρου. Βρέθηκαν περίπου 150 πιθάρια, αλλά υπάρχει χώρος για 400 τουλάχιστον. Το περιεχόμενό τους δεν είναι γνωστό, αλλά θα μπορούσε να είναι λάδι, κρασί, όσπρια κ.ά.
Σε διάφορα σημεία των αποθηκών ήρθαν στο φως πήλινες πινακίδες Γραμμικής Β' γραφής με οικονομικού περιεχομένου καταγραφές. Στο βόρειο άκρο του διαδρόμου αποκαλύφθηκε ένας μεγάλος αριθμός από παλιότερα σφραγίσματα από πηλό και πήλινες πινακίδες με κρητική ιερογλυφική γραφή.



Αίθουσα του Θρόνου
Τον προθάλαμο ενός συγκροτήματος δωματίων ο Evans ονόμασε "Αίθουσα του Θρόνου". Η ονομασία οφείλεται στο λίθινο κάθισμα που βρέθηκε στο χώρο πίσω από τον προθάλαμο.
Στον προθάλαμο σώζονται λίθινοι πάγκοι, Ανάμεσά τους αποκαλύφθηκαν τα ίχνη μιας καμένης ξύλινης κατασκευής. Στο σημείο αυτό σήμερα έχει τοποθετηθεί ένα ξύλινο κάθισμα, αντίγραφο του λίθινου που υπάρχει στο διπλανό χώρο.
Μετά τον προθάλαμο ακολουθεί ο κεντρικός χώρος. Δεξιά και αριστερά από το λίθινο κάθισμα υπάρχουν επίσης λίθινοι πάγκοι. Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν κομμάτια τοιχογραφιών που απεικόνιζαν φυτά και γρύπες, μυθικά δηλαδή ζώα με σώμα λιονταριού και κεφάλι πουλιού. Η αποκατάσταση της τοιχογραφίας βρίσκεται στο Μουσείο Ηρακλείου. Ο Evans τοποθέτησε εδώ ένα αντίγραφό της.
Στο δάπεδο βρέθηκαν λίθινα αγγεία λαδιού που συνήθως συνδέονται με τελετουργίες. Επίσης η λίθινη λεκάνη που βλέπετε, βρέθηκε σε γειτονικό διάδρομο και τοποθετήθηκε εδώ. Στα αριστερά, ένα χαμηλό χώρισμα με κίονα δημιουργεί μικρό χώρο που μοιάζει με δεξαμενή, επειδή το δάπεδό του βρίσκεται σε βαθύτερο επόιπεδο. Ο A. Evans θεώρησε ότι χώροι με παρόμοια διαμόρφωση χρησιμοποιούνταν για τελετουργίες εξαγνισμού (καθαρμού) και γι' αυτό τους ονόμασε "δεξαμενές καθαρμών".
Η κεντρική αίθουσα επικοινωνεί στο βάθος με μια μικρή σειρά μικρών και σκοτεινών δωματίων που φωτίζονταν με λυχνάρια, όπως δείχνουν τα ευρήματα.
Η λειτουργία του συγκροτήματος είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Ο Evans πίστευε ότι οι χώροι χρησιμοποιούνταν για τελετουργίες στις οποίες πρωταγωνιστούσε ο βασιλιάς της Κνωσού με τη θρησκευτική του ιδιότητα.
Αλλοι ερευνητές αποδίδουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε μία γυναικεία μορφή. Φαίνεται πάντως ότι δεν πρόκειται για μια "Αίθουσα Θρόνου" όπως συνήθως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα.


Βόρεια είσοδος
Βόρεια αίθουσα με πεσσούς
Ενας υπαίθριος διάδρομος συνέδεε την κεντρική αυλή με τη βόρεια είσοδο. Είχε πλακόστρωτο δάπεδο με έντονη κλίση προς τα βόρεια.
Η διάβαση είναι στενή. Δεξιά και αριστερά δύο υπερυψωμένες στοές, που είναι γνωστές ως "Προμαχώνες".
Ο A. Evans αποκατέστησε τον "Προμαχώνα" της δυτικής πλευράς. Επίσης τοποθέτησε εκεί αντίγραφο μια συμπληρωμένης ανάγλυφης τοιχογραφίας ταύρου. η τοιχογραφία αποτελούσε ίσως τμήμα παράστασης από σκηνή κυνηγιού.
Η διάβαση καταλήγει σε μια μεγάλη αίθουσα με δέκα τετράγωνους πεσσούς και δύο κίονες. Οι πεσσοί και οι κίονες στήριζαν πιθανότατα άλλη μεγάλη αίθουσα στον όροφο.
Ο A. Evans υπέθεσε ότι λόγω της θέσης του προς την πλευρά της θάλασσας, στο χώρο αυτό θα έπρεπε να ελέγχονταν τα προϊόντα του θαλάσσιου εμπορίου που έφθαναν στο ανάκτορο. Γι' αυτό και το ονόμασε "Τελωνείο".

Βόρεια δεξαμενή καθαρμών
Το δωμάτιο αυτό μοιάζει με δεξαμενή. Το δάπεδό του βρίσκεται βαθύτερα από τον γύρω χώρο και κατέβαινε κανείς με μία σκάλα. Η "δεξαμενή" περιβαλλόταν από κίονες και είχε επένδυση με πλάκες από γυψόλιθο, που της έδιναν πολυτελή όψη. Στη σημερινή του μορφή ο χώρος έχει πλήρως αποκατασταθεί από τον Evans.
Χώροι με ανάλογη διαρρύθμιση έχουν βρεθεί και σε άλλα σημεία του ανακτόρου της Κνωσού, καθώς και σε άλλα ανάκτορα και σε σημαντικά μινωικά κτίρια της εποχής (1700-1450 π.Χ.).
Δεν είναι γνωστό πως χρησιμοποιούνταν αυτοί οι χώροι. Οπως φαίνεται πάντως από την κατασκευή τους δεν γέμιζαν με νερό ούτε διέθεταν αποχέτευση.
Ο A. Evans θεώρησε ότι χρησιμοποιούνταν για τελετουργίες εξαγνισμού (καθαρμού) και γι' αυτό ονόμασε τους χώρους αυτούς "δεξαμενές καθαρμών".
Ο Evans πίστευε επίσης ότι το ανάκτορο ήταν ένας χώρος ιερός. Γι' αυτό, κατά την άποψή του, η συγκεκριμένη "δεξαμενή καθαρμών" χρησίμευε για τον εξαγνισμό των επισκεπτών που έμπαιναν στο ανάκτορο από την γειτονική βόρεια είσοδο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Post Top Ad

.............